Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Εισαγωγή του βιβλίου μου "Ο Ντενκτάς στο νότο: η κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ε/κ πλευρά"


Εισαγωγή: ιστορία, ανάγκη και επιλογές


Εάν, επιλέγουν να προστατεύσουν τα δικαιώματα των Τ/κ σε μια ξεχωριστή, ανεξάρτητη οντότητα, τότε θα πρέπει να περιοριστούν εις όσα αναλογούν στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της εν λόγω παρανόμου οντότητας. Και συνεπώς δεν έχουν λόγο να αμφισβητούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 Νίκος Αναστασιάδης, 2/1/2018

Το παρόν βιβλίο είναι βασισμένο σε δυο δεκαετίες στενής παρακολούθησης της εξέλιξης του Κυπριακού, αρθρογραφίας και πολιτικής στράτευσης και δράσης ενάντια στη διχοτόμηση. Φέτος κλείνω τα σαράντα χρόνια ζωής και έγραψα αυτό το κείμενο στο Καϊμακλί, ένα σημείο στη Λευκωσία, που στις 3 από τις 4 πλευρές του ορίζοντα, μερικά χιλιόμετρα μπροστά μου, βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή της χώρας μου με τη νεκρή της ζώνη. Μακάρι τα πράγματα να ήταν αλλιώς και σήμερα να ήμουν σε θέση να έγραφα ένα βιβλίο με τίτλο «Η ανατροπή της διχοτόμησης», ένα αίσθημα που είχα και την περίοδο 2003-2004 όντας μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και έγραφα τη διατριβή μου πάνω στις τότε τρέχουσες εξελίξεις με το Σχέδιο Ανάν και το δημοψήφισμα. Τότε είχα ξεκινήσει με προκαταρκτικό τίτλο «Η ειρηνευτική διαδικασία στην Κύπρο», αλλά από την άνοιξη του 2004 ο τίτλος έγινε «Ερμηνεύοντας το ελληνοκυπριακό Όχι».

Απέφυγα να συνεχίσω συστηματικά σε ακαδημαϊκό επίπεδο την ενασχόλησή μου με το Κυπριακό και επέλεξα γενικά άλλα θέματα για την επιστημονική μου εργασία τα τελευταία 15 χρόνια. Αλλά η πολιτική δράση στο κίνημα της επανένωσης και η δημόσια αρθρογραφία μου παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένες πάνω στη διερεύνηση και την προσπάθεια ανατροπής της διχοτόμησης – κάτι που θα συνεχίσει και μετά τη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Καθότι το 2017 υπήρξε μια καθοριστική στιγμή στο Κυπριακό, ανάλογη με το 2004 και επειδή θεωρώ ότι τα διάφορα κομμάτια ανάλυσης που έγραψα σε διάφορες φάσεις αυτά τα 15 χρόνια έχουν σκιαγραφήσει ένα επαρκές πλαίσιο ανάλυσης, πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να πάρουν μια πιο συνεκτική μορφή και να αρθρώσουν συνολικά ένα περιεχτικό επιχείρημα. Το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε ένα διευρυμένο ακροατήριο και προσπαθεί να αποφύγει διάφορες ακαδημαϊκές συμβάσεις για να κρατήσει το κείμενο όσο το δυνατόν πιο βατό για τον μέσο αναγνώστη χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις στις κοινωνικές επιστήμες ή σε βάθος γνώση του Κυπριακού.[1]

Ο στόχος του βιβλίου είναι να καταγράψει τις βασικές δυναμικές που διαμόρφωσαν το Κυπριακό μετά το 1974, ιδιαίτερα μετά το 1993, άλλη μια κομβική στιγμή στην πορεία προς τη διχοτόμηση. Δεν υιοθετεί μια ιστορική λογική, παρότι προσεγγίζει ιστορικά και αφηγείται περίπου χρονολογικά τις εξελίξεις. Η οπτική και η λογική του κειμένου εντάσσονται στο πεδίο της πολιτικής κοινωνιολογίας και προσεγγίζουν το Κυπριακό υπό το πρίσμα των σχέσεων εξουσίας στην κοινωνία, εστιάζοντας στη διάδραση μεταξύ πολιτικής ελίτ και κοινωνίας, πολιτικού συστήματος και κοινωνίας των πολιτών. Το βιβλίο εστιάζει στο ιδεολογικό πεδίο και αναλύει τις πολιτικές δυναμικές, ιδιαίτερα τις πρόσφατες, σε σχέση με την κοινωνία και την αποτύπωσή τους στη δημόσια σφαίρα. Επικενώνεται στην ελληνοκυπριακή (ε/κ) κοινότητα χωρίς όμως να παραβλέπει τις παράλληλες διεθνείς εξελίξεις αλλά ούτε και τις δυναμικές στην τουρκοκυπριακή (τ/κ) κοινότητα στον βαθμό που αυτές επηρέασαν ή ακόμη και συνέβαλαν στην πορεία προς τη διχοτόμηση.

Το ανά χείρας βιβλίο δεν φιλοδοξεί να παρουσιάσει μια συνολική και εκτεταμένη ανάλυση όλων των παραγόντων που διαμόρφωσαν το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι στην ε/κ κοινότητα τις τελευταίες δεκαετίες σε σχέση με το Κυπριακό. Ούτε μπορεί να παραθέσει λεπτομερώς όλες τις παραμέτρους της εξέλιξης σύνθετων ζητημάτων όπως ο εθνικισμός, οι ειρηνευτικές συνομιλίες, οι διακοινοτικές σχέσεις και το διεθνές περιβάλλον. Έχει πολύ πιο περιορισμένη αναλυτική ατζέντα και πολύ πιο συγκεκριμένα ερωτήματα να θέσει. Έχει όμως τον φιλόδοξο στόχο να αρθρώσει μια γενική θεώρηση για το πώς κανονικοποιήθηκε η διχοτόμηση τα τελευταία 25, και ειδικότερα τα τελευταία 15, χρόνια. Ή για να τεθεί αντίστροφα, για το πώς η διχοτόμηση, σε μια περίοδο που ευάλωτη από γεωπολιτική, πολιτική και οικονομική άποψη, τόσο ως ισορροπία όσο και ως πλαίσιο, δεν αμφισβητήθηκε και δεν διαβρώθηκε επαρκώς. Το ανά χείρας βιβλίο έχει ως στόχο να θέσει με ειλικρίνεια το ερώτημα και να συζητήσει δημόσια και ανοιχτά ένα συγκαλυμμένο αλλά κοινό μυστικό. Η ανάλυση της κανονικοποίησης της διχοτόμησης στην ε/κ πλευρά ενέχει και ένα πολιτικό βάρος, αυτό της αντιστροφής μιας γερά θεμελιωμένης ιδεολογικής οικοδομής – για αυτόν όμως τον λόγο φέρει και μια αίσθηση απελευθέρωσης στον βαθμό που το πετυχαίνει.

Το βιβλίο χωρίζεται σε 7 κεφάλαια που πραγματεύονται διάφορες θεματικές εστιάζοντας σε περιόδους, κομβικά σημεία και πεδία που διαμόρφωσαν τους όρους κανονικοποίησης της διχοτόμησης. Το 1ο κεφάλαιο θέτει το ιστορικό πλαίσιο και εξετάζει τη δημιουργία της διχοτόμησης, εισάγοντας επίσης και εννοιολογικά ζητήματα σε σχέση με το πολιτικό σύστημα, το πολιτικό ισοζύγιο δυνάμεων και τις δυναμικές των ταυτίσεων και των ιδεολογιών σε επίπεδο κοινωνίας. Ουσιαστικά αφηγείται τις βασικές εξελίξεις της εικοσιπενταετίας 1950-1975 που οδήγησαν στον διαχωρισμό Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Το 2ο κεφάλαιο συζητά κοινωνιολογικά τον διαχωρισμό, όπως αυτός επιβλήθηκε σχεδόν απόλυτα την περίοδο 1975-2003, και τις συνέπειές του σε επίπεδο συλλογικής συνείδησης ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Έχοντας σκιαγραφήσει τα βασικά ζητήματα που συγκρότησαν ιστορικά το Κυπριακό, τα επόμενα κεφάλαια που καταπιάνονται με τις πιο πρόσφατες εξελίξεις εμβαθύνουν την ανάλυση και συζητούν τις παραμέτρους της μη επίλυσής του.

Το 3ο κεφάλαιο εστιάζει στο άνοιγμα των οδοφραγμάτων και στη μεγάλη κοινωνική προοπτική που δημιούργησε το 2003, αλλά και στο πώς αυτή δεν κατάφερε να πάρει άμεση πολιτική μορφή με αποτέλεσμα να φθαρεί και να οδηγήσει ξανά στο περιθώριο εκείνες τις λογικές και τις δυνάμεις που άρθρωναν με επιμονή μια αντι-διχοτομική πολιτική στάση. Συζητά παράλληλα τη σημασία της ύπαρξης των ανοιχτών οδοφραγμάτων από το 2003 μέχρι σήμερα και την επίδρασή τους στις δια-κοινοτικές σχέσεις. Το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν είναι το κεντρικό θέμα του 4ου κεφαλαίου λειτουργώντας ως πυλώνας πάνω στον οποίο στήνεται το βασικό επιχείρημα του βιβλίου: ότι η εδραίωση της διχοτόμησης δεν υπήρξε ούτε αυτόματη και εκ των πραγμάτων διαδικασία, ούτε συνέβη πίσω από την πλάτη της ε/κ κοινότητας. Δεν ήταν το ηχηρό Όχι στον Ανάν που εδραίωσε τη διχοτόμηση. Πιο σημαντική ήταν η απώθηση από πολλούς των συνεπειών του ηχηρού Όχι και άρα η αδυναμία τους να επεξεργαστούν εναλλακτικές πρακτικές και άλλα σενάρια τα επόμενα χρόνια. Όμως η απομυθοποίηση που επήλθε με τη διαδικασία του δημοψηφίσματος σήμανε το τέλος της ομίχλης και μαζί και το τέλος της αθωότητας για όλους.


Το 5ο κεφάλαιο  συζητά την ύστατη μάχη που δόθηκε μεταξύ ομοσπονδίας και διχοτόμησης τη δεκαετία 2007-2017 σε πολιτικό επίπεδο και το πώς, παρά τη φαινομενική νίκη των δυνάμεων της ομοσπονδίας, ήταν τελικά οι δυνάμεις της διχοτόμησης που κατάφεραν πραγματικά να επικρατήσουν και να ορίσουν το παιχνίδι. Ανασκοπεί τις εσωτερικές δυναμικές στις δύο κοινότητες, τις διεθνείς μεταβολές και τις εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις μέχρι την κατάρρευση του τελευταίου γύρου συνομιλιών το 2017, κάνοντας διάκριση μεταξύ της τυπικής και της ουσιαστικής στάσης των διαφόρων πρωταγωνιστών, της μορφής και του περιεχομένου των δράσεων σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Στη συνέχεια, το 6ο κεφάλαιο εστιάζει στον ρόλο που διαδραμάτισαν ή μη η παιδεία και τα ΜΜΕ τόσο διαχρονικά όσο και σε κομβικές στιγμές της εξέλιξης του Κυπριακού ανοίγοντας έτσι τη συζήτηση για τις δομές και τους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας της εκτάκτου ανάγκης και την επίδρασή τους πάνω στη συλλογική μνήμη, τις κοινωνικές αντιλήψεις και την κοινή γνώμη. Η κεντρική θεωρητική έννοια εδώ είναι το ιδιότυπο βαθύ κράτος που διαμορφώθηκε ιστορικά και αναπαράγεται συντηρώντας συγκεκριμένα κυρίαρχα ιδεολογικά και πολιτικά πλαίσια που επιδρούν σε παρόντα πολιτικό χρόνο.

Τέλος το 7ο κεφάλαιο ανοίγει την αναλυτική οπτική και συζητά πιο θεωρητικά τα προλεχθέντα και πιο συγκεκριμένα τις πολιτικές ισορροπίες και τα πολιτικά διακυβεύματα όπως διαμορφώθηκαν από τις πρόσφατες εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις. Πραγματεύεται τις ταξικές και πολιτικές ισορροπίες μέσα στην ε/κ κοινωνία, περιγράφει συνοπτικά τις αριστερές προσεγγίσεις και συζητά τις διάφορες γραμμές, θέσεις και σχεδιασμούς της ε/κ αστικής τάξης και τον συσχετισμό τους με τα λαϊκά και εργατικά στρώματα. Ο στόχος εδώ είναι η επεξήγηση των μετατοπίσεων, της νομιμοποίησης των πολιτικών και της αδυναμίας συγκρότησης ενός εναλλακτικού ιστορικού μπλοκ που θα μπορούσε να ανατρέψει τα διχοτομικά δεδομένα.

Στον επίλογο γίνεται μια απόπειρα να τεθεί με ιστορικούς όρους η προβληματική του βιβλίου και να γίνει μια ψύχραιμη αποτίμηση της επίδρασης που είχαν οι δρώντες διαχρονικά στην παραγωγή και αναπαραγωγή των δομών της διχοτόμησης. Αυτό αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, υποχρέωση προς την επόμενη γενιά που έχει καταδικαστεί να ζήσει σε ένα επισφαλές περιβάλλον, σε ένα πιθανότατα επιδεινούμενο διχοτομικό στάτους κβο, όπου η διατήρηση της ειρήνης θα συνεχίσει να εξαρτάται απόλυτα και αποκλειστικά από τις διεθνείς ισορροπίες. Αξίζει να λεχθεί ότι η κατάσταση πραγμάτων, όπως διαμορφώθηκε το 1974, το εδραιωμένο διχοτομικό στάτους κβο δηλαδή, βασισμένο εσωτερικά στον εθνικισμό και τον φόβο, δεν παρέχει καμιά ασφάλεια σε συνθήκες μεταβολής αυτών των διεθνών ισορροπιών: ότι η μη λύση παγιώνει την υπαγωγή της Κύπρου στο πλέγμα των ιμπεριαλιστικών σχέσεων. ότι χωρίς την επανένωση της Κύπρου και την ανάπτυξη της συνείδησης και της πραγματικότητας των κοινών συμφερόντων Ε/κ-Τ/κ κινδυνεύουμε να ξαναγίνουμε το σημείο εξαγωγής της έντασης των ελληνο-τουρκικών μεγαλο-ιδεατισμών και του ανταγωνισμού τους.

Όσον αφορά την επιλογή του τίτλου αυτού του βιβλίου: Η ιδέα ότι το όραμα Ντενκτάς βρήκε μισό αιώνα μετά πολλούς υπέρμαχους στην ε/κ κοινότητα δεν είναι ούτε καινοφανής. Το ίδιο ισχύει και για τη διαπίστωση της κανονικοποίησης της διχοτόμησης. Αυτά έχουν λεχθεί πολλές φορές σε συγκεντρώσεις, έχουν γραφτεί σε άρθρα και έχουν εκτεθεί στη δημόσια σφαίρα. Αυτό όμως που δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής είναι η σε βάθος ανάλυση και η συγκεκριμένη λογική και εμπειρική τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού. Αυτός είναι ο διανοητικός στόχος του παρόντος βιβλίου. Το σύνθημα «ο Ντενκτάς στον νότο» το φώναξαν τα πλήθη των τ/κ του Ναι το βράδυ της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος, αντιστρέφοντας έτσι τον εθνο-κεντρισμό που εξέφραζε και υπηρετούσε ο Ραούφ Ντενκτάς και οι συνεργάτες του. Να πάει στη νότια Κύπρο λοιπόν, εκεί που το διχοτομικό στάτους κβο έχει πιο πολλούς οπαδούς. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες η ε/κ κοινότητα υπήρξε το κυρίαρχο πεδίο μέσα στο οποίο παίχτηκε και κρίθηκε το πολιτικό ζήτημα – αν το διχοτομικό στάτους κβο που διαμορφώθηκε το 1974 θα υπονομευόταν και θα ανατρεπόταν ή θα εδραιωνόταν.

Κλείνοντας αυτή την εισαγωγή θα επαναλάβω ότι η ιστορία δεν έχει τέλος και τα πάντα μπορούν να αλλάξουν. Το μέλλον της χώρας θα εξαρτηθεί τελικά από τους ανθρώπους της και τη δράση ή την αδράνειά τους –οι άνθρωποι φτιάχνουν τη δική τους ιστορία– σύμφωνα και με την περίφημη ρήση του Μαρξ. Σε συνθήκες όμως «δοσμένες από το παρελθόν». Αυτές τις συνθήκες από το παρελθόν είναι που καταγράφει αυτό το βιβλίο, με ρεαλισμό και μακριά από ευσεβοποθισμούς που μπορεί να θολώσουν την ανάλυση. Με άσβεστη όμως και την επιθυμία της ανατροπής της εδραίωσης της διχοτόμησης που αναδεικνύει το βιβλίο. Διότι πιστεύω ότι η «όποια διχοτόμηση», προς την οποία εργάζεται η κυρίαρχη μερίδα της ε/κ ηγεσίας και που γίνεται αποδεχτή ή/και επιθυμητή από ισχυρή μερίδα των ε/κ, δεν θα είναι ούτε βελούδινη, ούτε συμφέρουσα ούτε θα λύσει το πρόβλημα, που θα συνεχίσει να μας στοιχειώνει, έστω και αν τα επόμενα χρόνια επιβληθεί κάποια ρύθμιση στις εξωτερικές του πτυχές.




[1] Για να βοηθηθεί επιπλέον ο αναγνώστης, στο τέλος του βιβλίου περιλαμβάνεται ένα Επεξηγηματικό Γλωσσάρι στο οποίο μπορεί να ανατρέχει για κάποια βασικά ονόματα και όρους.

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Οι απαρχές της διχοτόμησης

Απόσπασμα από το 1ο κεφάλαιο του βιβλίου μου "Ο Ντενκτάς στο νότο: η κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ελληνοκυπριακή πλευρά" όπως δημοσιεύτηκε στο "Φάντασμα της Ιστορίας" της Εφημερίδας των Συντακτών, 30 Μαρτίου 2019.







Για τυπικούς λόγους να αναφέρω ότι στα πλαίσια της επιμέλειας και για να διευκολυνθεί η ανάγνωση αυτού του αποσπάσματος έχουν αφαιρεθεί διάφορες υποσημειώσεις και αναφορές από το κείμενο. Ο επιμελητής άφησε μόνο 3 υποσημειώσεις που είναι σημαντικές για την κατανόηση του κειμένου, ιδιαίτερα από μη εξοικειωμένο αναγνωστικό κοινό.

https://www.efsyn.gr/themata/fantasma-tis-istorias/189153_oi-aparhes-tis-dihotomisis?fbclid=IwAR1siP9vx_2O0gx88V6qbg7fD-c1kWfD-A6zq8WRQe7iAmqSCCspkkK_UWI



Η διχοτόμηση της Κύπρου συντελέστηκε πολιτικά και επί του εδάφους την περίοδο 1950-1975, στα πλαίσια της σύγκρουσης για την εξουσία και τον έλεγχο του νησιού στη μεταβατική περίοδο της απο-αποικιοποίησης.
Ο ελληνικός και ο τουρκικός εθνικισμός που εισήχθηκαν στην Κύπρο και ο ανταγωνισμός Ελλάδας-Τουρκίας όρισαν τη διαδικασία της κυπριακής ανεξαρτησίας και του τρόπου τερματισμού του βρετανικού αποικιακού καθεστώτος.
«Εάν ήτο δυνατόν αυτή η απειλή να γίνη πραγματικότης, θα αφεώρα τον διαμελισμόν με όρους υπέρ της Τουρκίας αλλά και υπέρ της Ελλάδος»
Σπύρος Μαρκεζίνης, αγόρευση στη Βουλή (25/2/1959)
Οι γεωπολιτικές ισορροπίες ισχύος δεν αντιστοιχούσαν στις τοπικές δυναμικές που αναπτύσσονταν και στους εσωτερικούς ανταγωνισμούς εξουσίας και για να επιβληθούν χρησιμοποιήθηκε βία.
Οι εθνικισμοί, πέρα από ιδεολογίες εξουσίας, υπήρξαν και εργαλεία τρομοκρατίας που επέβαλαν στους Κύπριους, ενδοκοινοτικά και διακοινοτικά, τους όρους της διχοτόμησης που ολοκληρώθηκε με τις επεμβάσεις του ελληνικού και τουρκικού κράτους.

Η ανάπτυξη των εθνικισμών

Οι Βρετανοί αποικιοκράτες διατήρησαν την οθωμανική διοικητική διάκριση των Κυπρίων υπηκόων τους στη βάση της θρησκείας τους (Μουσουλμάνοι και μη Μουσουλμάνοι), την ίδια στιγμή που προχώρησαν σε μια σειρά εκμοντερνιστικών μεταρρυθμίσεων. Μέσα από το Νομοθετικό Συμβούλιο η εθνοτική καταγωγή πολιτικοποιήθηκε ενώ παράλληλα διατηρήθηκαν οι κορπορατιστικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης που χαρακτήριζαν την προ-νεωτερική τάξη πραγμάτων, ολοκληρώνοντας μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει από τα μέσα του 19ου αιώνα.
Ετσι ήδη από τη δεκαετία του 1920, μέσα και από την ανάπτυξη της κοινοτικής παιδείας αλλά και των πελατειακών σχέσεων, οι Κύπριοι Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι ξεκίνησαν να υιοθετούν τις ταυτότητες του Ελληνα και του Τούρκου αντίστοιχα και να προσβλέπουν προς τα γειτονικά εθνο-κράτη τους.
Η αναδυόμενη κυπριακή αστική τάξη υπήρξε σε σημαντικό βαθμό χριστιανική, καθότι οι Χριστιανοί κυριαρχούσαν στο εμπόριο στον καταμερισμό εργασίας της οθωμανικής περιόδου. Υπήρχαν βέβαια και Μουσουλμάνοι επιχειρηματίες, που είχαν συνήθως και περισσότερες προσβάσεις στη δημόσια διοίκηση. Ο ελληνικός αλυτρωτικός εθνικισμός που εισαγόταν από το ελληνικό κράτος και τις ελληνικές παροικίες της περιοχής είχε καταφέρει μέσα από την παιδεία να ριζώσει στα μεσαία και ανώτερα στρώματα ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Αυτό έγινε με την ανοχή και την έμμεση στήριξη των Βρετανών, που θεωρούσαν ότι έτσι μπορούσαν να εξισορροπήσουν την οθωμανική κυριαρχία του νησιού που ακόμα διατηρούνταν. Ομως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η ανάγκη αυτή των Βρετανών έπαψε να υφίσταται, ενώ ο ελληνικός εθνικισμός εξαπλώθηκε στις αγροτικές μάζες και μετατράπηκε πλέον σε εργαλείο της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης και της εκκλησίας. Παράλληλα οι παραδοσιακοί Μουσουλμάνοι προύχοντες που έμειναν προσκολλημένοι στην Οθωμανική τάξη πραγμάτων έχαναν έδαφος μπροστά στην ανάπτυξη της ιδεολογίας του Κεμαλικού Τουρκισμού που κυριάρχησε στην τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Η διαδικασία της ανάπτυξης των εθνικισμών των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων ολοκληρώθηκε στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Στην ελληνοκυπριακή κοινότητα ήδη με την εξέγερση των Οκτωβριανών το 1931 ο ελληνικός εθνικισμός εδραιώθηκε και το σύνθημα της «Ενώσεως» άρχισε να αποκτά το στάτους της ορθοδοξίας και να βιώνεται ως μεταφυσική υπόσχεση για τους Ελληνοκυπρίους και ως υπαρξιακή απειλή για τους Τουρκοκυπρίους, όπως διαφάνηκε μέσα από τις εξελίξεις της δεκαετίας του 1940.
Παρότι δεν υπήρξαν μεγάλα επεισόδια βίας και διασάλευση των γενικά ομαλών σχέσεων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, οι διαδικασίες της αστικοποίησης, της μαζικής παιδείας και της πολιτικοποίησης των Κυπρίων υπηκόων της βρετανικής αυτοκρατορίας αύξησαν τη ροπή προς την αποστασιοποίηση και τον διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων. Αυτό εκφράστηκε και σε επίπεδο πολιτικών και κοινωνικών οργανώσεων αλλά ακόμα και εν μέρει σε επίπεδο οικονομικών σχέσεων, χωροταξικής διάρθρωσης και διαπροσωπικών σχέσεων.
Η άνοδος του εθνικισμού συνέβαλε στον προοδευτικό διαχωρισμό των κοινοτήτων, οδηγώντας σε μείωση του αριθμού των μεικτών χωριών/πληθυσμιακών κέντρων από 346 το 1891 σε 252 το 1931. Αυτό επιταχύνθηκε το επόμενο διάστημα και κορυφώθηκε την περίοδο της βίας (1955-1959), αφήνοντας μόνο 114 μεικτά πληθυσμιακά κέντρα το 1960.
Ηδη από τη δεκαετία του 1940 οι διαχωρισμένες οργανώσεις (συνεργατικές, αγροτικές, πολιτιστικές, πολιτικές, κοινωνικές) γίνονται ο κανόνας, ενώ ακόμα και το εργατικό κίνημα διασπάται πέραν από τον ενδοκοινοτικό άξονα δεξιάς-αριστεράς και σε διακοινοτική βάση με την ίδρυση των τουρκικών συντεχνιών. Το ότι πολλοί Τουρκοκύπριοι παραμένουν ενταγμένοι στην Παγκύπρια Εργατική Ομοσπονδία (ΠΕΟ) μέχρι και το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 επ’ ουδενί δεν σημαίνει ότι αποδέχονταν την θέση της «Ενώσεως», την οποία το Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζομένου Λαού (ΑΚΕΛ) σε αντίθεση με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου είχε υιοθετήσει με την ίδρυσή του το 1941 ως μακροπρόθεσμο αντι-ιμπεριαλιστικό στόχο1. Οταν μάλιστα το ΑΚΕΛ αποδέχτηκε την «Ενωσιν» και ως άμεσο στόχο το 1949-1950, με τη συμμετοχή του στη συλλογή υπογραφών της Εκκλησίας, η δυνατότητα της ΠΕΟ να λειτουργήσει ως κοινή οργάνωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων υπονομεύτηκε περαιτέρω.



Η δεκαετία του 1950 υπήρξε κομβική για την εξέλιξη των διακοινοτικών σχέσεων στην Κύπρο. Η ανάπτυξη των διακριτών «εθνικών συνειδήσεων», η πολιτικοποίηση δηλαδή της εθνοτικής καταγωγής και της πολιτισμικής ταυτότητας που συνέβαινε σχετικά αργά και σταδιακά στον ιστορικό χρόνο, επιταχύνθηκε καθώς ήδη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η αποχώρηση των Βρετανών ήταν ένα ορατό ενδεχόμενο.
Ο ελληνικός και ο τουρκικός εθνικισμός που ακολούθησαν είχαν ήδη καταφέρει να ορίσουν το πεδίο της αποαποικιοποίησης και να καταστούν τα οχήματα με τα οποία οι ηγεσίες των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων θα πολιτεύονταν έναντι των Βρετανών και θα κινητοποιούσαν τις μάζες των κοινοτήτων τους.
Η «Ενωσις», όπως και το «Ταξίμ» (δηλαδή, η διχοτόμηση της Κύπρου και ο διαμοιρασμός της μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας) που κωδικοποιήθηκε ως η απάντηση της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, συγκρότησαν το πολιτικό πλαίσιο στην κάθε κοινότητα και τελικά έπνιξαν κάθε διαφορετική και κριτική φωνή πριν προλάβει να αναπτυχθεί.
Τα λαϊκά στρώματα και η εργατική τάξη που είχαν βγει στο πολιτικό προσκήνιο τη δεκαετία του 1940, με βασικό εκπρόσωπό τους το νεοϊδρυθέν ΑΚΕΛ, ουσιαστικά χάνουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις εξελίξεις, καθώς τη δεκαετία του 1950 συντελείται ενός είδους αντεπανάσταση σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο.
Συνδικαλιστικά τα κεκτημένα της δεκαετίας του 1940 διατηρούνται και τόσο η ΠΕΟ όσο και το ΑΚΕΛ διατηρούν την οργανωτική τους δύναμη, η οποία μάλιστα ενισχύεται μέσα από μια διαδικασία συγκεντροποίησης και δημιουργίας επαγγελματικού μηχανισμού.



Η δε Συνομοσπονδία Εργατών Κύπρου (ΣΕΚ) στο εργασιακό πεδίο τουλάχιστον κινείται προς την κατεύθυνση της ΠΕΟ. Αλλά η εκκλησία και τα δίκτυά της ισχυροποιούνται, ο αντικομμουνισμός και λόγω των παγκόσμιων εξελίξεων και του αποτελέσματος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου επιστρέφει με ορμή και η κυπριακή αριστερά ωθείται σε μια αμυντική θέση, από την οποία υποχρεώνεται να αποδεικνύει αδιάκοπα την προσήλωσή της στο έθνος για να διεκδικεί το δικαίωμα να μιλά.

Πρώτες διακοινοτικές συγκρούσεις

Η ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) και η ΤΜΤ (Türk Mukavemet Teşkilatı, Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης), ως οι ένοπλες εκφράσεις της «Ενωσις» και του «Ταξίμ», δημιουργήθηκαν για να ασκήσουν πρωτίστως πίεση στους Βρετανούς και δευτερευόντως στην άλλη κοινότητα. Η ΕΟΚΑ σε αντίθεση με την ΤΜΤ έδρασε και στρατιωτικά εναντίον των Βρετανών. Αλλά εκ των πραγμάτων το μόνο πεδίο όπου είχαν επιτυχία τόσο η μια όσο και η άλλη ήταν το ενδοκοινοτικό.
Το 1958 με τις πολλαπλές πολιτικές δολοφονίες Ελληνοκυπρίων από την ΕΟΚΑ και Τουρκοκυπρίων από την ΤΜΤ, κυρίως αριστερών, και την απαρχή της διακοινοτικής βίας, υπήρξε αποκαλυπτικό και συνάμα τραγικό. Η ΕΟΚΑ και η ΤΜΤ απέτυχαν στους διακηρυγμένους στόχους τους, όμως ταυτόχρονα κέρδισαν το παιχνίδι της εξουσίας της μετάβασης στην Ανεξαρτησία.
Αφού κατάφεραν να καταστείλουν την όποια εναλλακτική πολιτική άποψη εντός των κοινοτήτων τους, συνεισέφεραν στην ανάπτυξη της καχυποψίας ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, στη δημιουργία του κλίματος φόβου, στην ανάπτυξη μιας κουλτούρας πολιτικού αυταρχισμού, συντηρητισμού και ανορθολογισμού. Οι Βρετανοί, στην προσπάθειά τους να ελέγξουν την πολιτική ανυπακοή των Ελληνοκυπρίων και να αντιμετωπίσουν την ΕΟΚΑ με την πρόσληψη Τουρκοκυπρίων επικουρικών αστυνομικών ήδη από το 1956, επιδείνωσαν περαιτέρω τις ήδη τεταμένες διακοινοτικές σχέσεις.
Το 1955 υπήρξε σημείο καμπής στις διακοινοτικές σχέσεις. Η έναρξη της ένοπλης δράσης της ΕΟΚΑ πυροδότησε ένα τεταμένο κλίμα και οδήγησε στις πρώτες μικρές μετακινήσεις πληθυσμών προληπτικά για λόγους ασφάλειας, ενισχύοντας έτσι την καχυποψία. Ανάλογα η ελληνοκυπριακή ηγεσία των ποδοσφαιρικών γηπέδων και της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, επικαλούμενη τις έκτακτες συνθήκες και «για να αποφευχθούν ταραχές», απέβαλε τις τουρκοκυπριακές ομάδες προσωρινά από το πρωτάθλημα και κάθε δραστηριότητα της Ομοσπονδίας2.
Στις συνθήκες έντασης όμως και καθώς η πολιτική σύγκρουση κλιμακώνεται η περαιτέρω αποξένωση των κοινοτήτων σε κοινωνικό επίπεδο με τη σειρά της επανατροφοδοτεί την πολιτική σύγκρουση. Η ένταση στις διακοινοτικές σχέσεις αυξάνεται και σημειώνονται κάποια επεισόδια βίας κατά ανθρώπων και περιουσιών και το 1956 και το 1957.



Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα η ίδρυση και λειτουργία της ΤΜΤ συστηματοποιεί και την αποστασιοποίηση των κοινοτήτων μέσα από την απαγόρευση των σχέσεων και των συναλλαγών με Ελληνοκυπρίους και εν τέλει και τη βία, ενδοκοινοτική και διακοινοτική. Ωστόσο οι πρώτες διακοινοτικές συγκρούσεις κατά τις οποίες πραγματοποιούνται περιστατικά γενικευμένης και τυφλής εθνοτικής βίας ουσιαστικά ξεκινούν το 1958, σε μια χρονική στιγμή που γίνεται πλήρως αντιληπτό ότι θα αποχωρήσουν οι Βρετανοί και το διακύβευμα είναι πλέον η διάδοχη κατάσταση.
Η διακοινοτική βία εξαπλώνεται σε διάφορες περιοχές με ποικίλες αφορμές, ενώ πλέον τίθενται και οι βάσεις για πράξεις αντεκδίκησης που θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια. Το πιο συνταρακτικό γεγονός διακοινοτικής βίας είναι η δολοφονία των 8 Κοντεμενιωτών στον κάμπο του Κιόνελι, που μυεί την τουρκοκυπριακή κοινότητα συνολικά στη διαλεκτική της βίας για τη διχοτόμηση και κυρίως την ανοχή της3.
Στις πόλεις διαχωρίζονται οι αγορές και τα σύνορα του «ελληνικού» και του «τουρκικού» τομέα σκληραίνουν, προκαλώντας μετακινήσεις ανθρώπων και μαγαζιών από γκρίζες και οριακές ζώνες. Μέσα στο κλίμα φόβου, καχυποψίας και απειλής πραγματοποιείται ντε φάκτο ο διαχωρισμός σε επίπεδο δήμων, η μορφή και η νομιμοποίηση του οποίου παραμένει ως εκκρεμότητα με την Ανεξαρτησία που ακολουθεί.



Συνολικά το «σκοτεινό 1958» σηματοδοτεί την πρώτη στιγμή της διχοτόμησης –από τη μια με την ιδρυτική βία που μετουσιώνει την πολιτική θέση της τουρκοκυπριακής ηγεσίας για αυτόνομη κυριαρχία σε κρατική πρακτική, και από την άλλη με το ξεκαθάρισμα από την ΕΟΚΑ ότι αυτή, ως εργαλείο του Μακαρίου, ήταν ο μηχανισμός εξουσίας στην ελληνοκυπριακή κοινότητα.
Το πιο σημαντικό είναι πως η διακοινοτική βία του 1958 θέτει τις βάσεις για την πιο εκτεταμένη βία της περιόδου 1963-1967 καθώς διαμορφώνει το πλαίσιο, νομιμοποιεί τις πιο εθνικιστικές φωνές μέσα στις δύο κοινότητες και λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την στρατολόγηση και κινητοποίηση δυνάμεων κρούσης, σε ανοιχτή γραμμή με τις ηγεσίες των δύο κοινοτήτων αντίστοιχα.
Ηδη από τη δεκαετία του 1940 είχε διαφανεί ότι η κυπριακή αριστερά δεν μπορούσε να λειτουργήσει διεθνιστικά με ένα συνολικό τρόπο, να οραματιστεί πέραν του έθνους και πλήρως αποδεσμευμένα από τα εθνικιστικά αφηγήματα των δυο κοινοτήτων. Ετσι, η απουσία οργανωμένης αριστεράς στην τουρκοκυπριακή κοινότητα κατέστησε όσους Τουρκοκύπριους αριστερούς επέλεξαν να απέχουν από την ΤΜΤ και να παραβιάζουν τις εντολές της για πλήρη διακοπή των σχέσεών τους με την ελληνοκυπριακή κοινότητα ακόμα πιο ευάλωτους και παγιδευμένους.



Το ΑΚΕΛ κοντά στο οποίο βρισκόταν αυτή η μικρή ομάδα αριστερών Τουρκοκυπρίων δεν μπορούσε ούτε να τους καλύψει πολιτικά ούτε να τους προστατέψει φυσικά. Κάποιοι δολοφονήθηκαν, κάποιοι εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και άλλοι να απέχουν από την πολιτική δράση. Οντας πραγματικά υπέρμαχοι της κυπριακής ανεξαρτησίας, εξίσου αντίθετοι με την «Ενωσις» και το «Ταξίμ», ήταν πράγματι τραγική η μοίρα τους να αποδεκατιστούν τη στιγμή της μετάβασης στην Ανεξαρτησία.
Η δολοφονία των δύο Τουρκοκυπρίων δημοσιογράφων Αϊχάν Χικμέτ και Αχμέτ Γκιουρκάν το 1962 και του ίδιου του Ντερβίς Αλί Καβάζογλου το 1965 υπήρξε η ολοκλήρωση αυτής της τραγωδίας.

Ανεξαρτησία και παρακράτος

Η μετάβαση στην Ανεξαρτησία που ακολούθησε αμέσως μετά τη βία του 1958 δεν έφερε βασική διαφοροποίηση σε επίπεδο πολιτικών ιδεολογιών. Τόσο ο τρόπος που αποφασίστηκε η δημιουργία όσο και η στελέχωση του νέου κράτους έγινε νοητή περισσότερο ως συνέχεια παρά ως ρήξη με την αποικιακή περίοδο.
Η συμφωνία της Ζυρίχης στις αρχές του 1959 έγινε δεκτή με ανακούφιση από τους Κυπρίους καθότι ερμηνεύτηκε ως ο τερματισμός της βίας, αλλά σε επίπεδο διακοινοτικών σχέσεων η καχυποψία που είχε δημιουργηθεί δεν είχε κατευναστεί. Αντίθετα, οι ηγεσίες των δυο κοινοτήτων συνέχισαν απτόητες την πορεία μέσα από την οποία είχαν εδραιωθεί –την υπόθαλψη του εθνικισμού, την επιμονή στους στόχους της «Ενωσις» και του «Ταξίμ» που τώρα έπρεπε να προωθηθούν σε άλλες συνθήκες, και τη διεκδίκηση αυτόνομης κοινοτικής κρατικής εξουσίας μέσα από παρακρατικούς μηχανισμούς.
Βέβαια, με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας τα ιδεολογήματα περί ένωσης και διπλής ένωσης, ανεδαφικά ούτως ή άλλως λόγω των γεωπολιτικών συσχετισμών, κατέρρευσαν πολιτικά ενώ η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στον ΟΗΕ τα κατέστησε εξαρχής και έκνομα. Αυτό το ήξεραν καλά οι ηγεσίες των δυο κοινοτήτων και άρχισαν να το λαμβάνουν υπόψη στις κινήσεις τους το επόμενο διάστημα. Την ίδια στιγμή όμως η «Ενωσις» και το «Ταξίμ» έφεραν τεράστιο συμβολικό βάρος, συναισθηματική φόρτιση και ιδεολογική ισχύ μέσα στον πληθυσμό.
Επιπλέον, ως συνθήματα, είχαν ήδη ποτιστεί με αίμα και είχαν νομιμοποιήσει τη χρήση βίας. Αποτελούσαν λοιπόν όχι μόνο ένα χρήσιμο ρητορικό εργαλείο για τους ηγέτες και ηγετίσκους των δύο κοινοτήτων, που τώρα έλεγχαν εξ αδιαιρέτου και έναν κρατικό μηχανισμό, αλλά και μια εύκολη πλαισίωση της διαμάχης για τον διαμοιρασμό της εξουσίας.
Η «Ενωσις» ως προσάρτηση της Κύπρου από την Ελλάδα υπήρξε ιδεολογία εξουσίας από τη στιγμή της άρθρωσής της ως πολιτική θέση στις αρχές του 20ού αιώνα. Ηταν το σύνθημα των τοκογλύφων, όπως το κωδικοποίησε το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου από τη δεκαετία του 1920, η απάντηση της εκκλησίας και της αστικής τάξης στην υπονόμευση των προνομίων της τόσο από τα πάνω, με τις κινήσεις των Βρετανών, όσο και από τα κάτω, με την ανάπτυξη της Αριστεράς και τις διεκδικήσεις των λαϊκών μαζών.
Αντίστοιχα και το «Ταξίμ», ως προσάρτηση ενός μέρους της Κύπρου στην Τουρκία, υπήρξε από την αρχή ιδεολογία εξουσίας, αμυντική απέναντι στη θέση της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας αλλά και εργαλειακή σε σχέση με τις πολιτικές δυναμικές εντός της τουρκοκυπριακής ηγεσίας. Τόσο η «Ενωσις» αρχικά όσο και το «Ταξίμ» αργότερα συσχετίζονταν με κύκλους του ελληνικού και του τουρκικού κράτους, μια συσχέτιση που στις συνθήκες του τέλους της δεκαετίας του 1950 έγινε καθοριστική.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, ακόμα και στην κορύφωσή τους, όταν κυριάρχησαν και μέσα στις μάζες των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, τα ιδεολογήματα της «Ενωσις» και του «Ταξίμ» είχαν έντονο ταξικό στίγμα. Πίσω από τη φαινομενική τους καθολικότητα και διαταξικότητα, ο ελληνικός και ο τουρκικός εθνικισμός των Κυπρίων είχαν έντονα ένα αστικό ταξικό στίγμα.
Ο συμβιβασμός της Ζυρίχης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και η επικύρωσή του στο Λονδίνο από τους Βρετανούς, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Φαζίλ Κουτσιούκ εκ μέρους των κοινοτήτων τους, διάνοιξε πραγματικά μια νέα εποχή. Αλλά τότε, τη στιγμή ακριβώς που η «Ενωσις» και το «Ταξίμ» αποδείχτηκαν να έχουν εξαντλήσει την ισχύ τους και να έχουν ηττηθεί εκ των πραγμάτων ως πλαίσια πολιτικής πορείας, τότε ήταν που πήραν την καθαρή τους μορφή ως ιδεολογικά εργαλεία στη διαμάχη των ελίτ για την εξουσία.
Αν πριν το 1960 η «Ενωσις» και το «Ταξίμ» ήταν, μεταξύ άλλων, κυρίως όργανα χειραγώγησης των μαζών, από τα οποία δεν μπόρεσε να αποδεσμευτεί ούτε η κυπριακή Αριστερά, την περίοδο 1960-1975 ήταν πρώτα από όλα εργαλεία παρακρατικής βίας. Ιδεολογίες εξουσίας στην καθαρή τους μορφή, εργαλεία πειθάρχησης του πληθυσμού και πηγές από τις οποίες αντλούσαν και στις οποίες αναφέρονταν οι ελίτ στους ανταγωνισμούς τους για τον έλεγχο του πλούτου, των πολιτικών δυνατοτήτων και της κρατικής κυριαρχίας.
Ηδη από το 1962, καθώς προηγούμενες εκκρεμότητες παρέμεναν ανοιχτές ενώ άνοιγαν καινούργιες, ήταν φανερό ότι η νέα τάξη πραγμάτων με τη δικοινοτική Δημοκρατία δεν εξελισσόταν ομαλά. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία επαναπροσδιόρισε τον στόχο της ως τη μετατροπή των Τουρκοκυπρίων από κοινότητα σε μειονότητα, ενώ η τουρκοκυπριακή κοινότητα επαναπροσδιόρισε τον δικό της στόχο ως αξιοποίηση των διατάξεων του Συντάγματος για την εμπέδωση χωριστής κοινοτικής κυριαρχίας.
Και οι δυο πλευρές εξόπλιζαν και εκπαίδευαν παραστρατιωτικές ομάδες προετοιμαζόμενες για την επερχόμενη σύγκρουση. Στην ελληνοκυπριακή πλευρά η στρατολόγηση γινόταν από τον ευρύτερο εθνικόφρονα χώρο που περιλάμβανε και τον Βάσο Λυσσαρίδη, ιδρυτή της Ενιαίας Δημοκρατικής Ενωσης Κέντρου (ΕΔΕΚ). Στην τουρκοκυπριακή πλευρά, που δεν είχε τότε ισχυρή αριστερά, ουσιαστικά η στρατολόγηση ήταν σχεδόν καθολική.
Το ότι η βασική ελληνοκυπριακή παραστρατιωτική οργάνωση ήταν υπό τις εντολές του ίδιου του υπουργού Εσωτερικών, Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, με το Σχέδιο Ακρίτας, είναι ενδεικτική τού πόσο απόλυτα θολά ήταν τα όρια κράτους και παρακράτους. Αντίστοιχα και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, με τον Ραούφ Ντενκτάς να έχει ανάλογο ρόλο.

Ο δεύτερος γύρος




Η σύγκρουση επήλθε στα τέλη του 1963, όταν η ελληνοκυπριακή ηγεσία υπό τον Μακάριο αρνήθηκε να εφαρμόσει αυτά για τα οποία είχε δεσμευτεί στις συμφωνίες σε σχέση με τους χωριστούς δήμους αλλά και να ανατρέψει την ευρύτερη ισορροπία του Συντάγματος μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία υπό τον Μακάριο επιχείρησε βασικά να μεταβάλει τον συσχετισμό που κωδικοποιήθηκε στις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου και καταγράφηκε στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Με τα «13 Σημεία για την αναθεώρηση του Συντάγματος» μετέτρεψε το πολιτικό αδιέξοδο, στο οποίο είχε οδηγήσει τη χώρα η διελκυστίνδα με την τ/κ ηγεσία, σε συνταγματικό αδιέξοδο και ενίσχυσε περαιτέρω το εμπρηστικό κλίμα στις διακοινοτικές σχέσεις που καλλιεργούνταν, οδηγώντας σε κλιμάκωση της έντασης. Με το πρώτο επεισόδιο βίας, ως έτοιμες από καιρό, οι παραστρατιωτικές δυνάμεις των δυο ηγεσιών μπήκαν ξανά στο προσκήνιο της ιστορίας.



Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι την περίοδο της έντασης της διακοινοτικής βίας, που κορυφώθηκε το 1964 αλλά συντηρήθηκε ως το 1967, οι περισσότεροι νεκροί προέκυψαν από εν ψυχρώ δολοφονίες και όχι από μάχες ένοπλων ομάδων. Παρότι υπήρχαν διαφορές ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και τη χρονική στιγμή της βίας, είναι εφικτές κάποιες γενικεύσεις και άντληση συμπερασμάτων από τις λιγοστές αξιόπιστες καταγραμμένες αναφορές, αλλά και την πληθώρα των άγραφων μαρτυριών που υπάρχουν (αλλά όχι για πολύ ακόμα καθώς φεύγει η γενιά που τα έζησε) για αυτά τα γεγονότα.
Αναμφισβήτητα χρειάζεται να γίνει σοβαρή και συστηματική έρευνα των συγκεκριμένων γεγονότων και για τους σκοπούς των κοινωνικών επιστημών και της ιστορίας, αλλά και για μια διαδικασία απόκτησης δημόσιας γνώσης και υπέρβασης αυτών των σκοτεινών στιγμών του πρόσφατου παρελθόντος με κριτική και αναστοχαστική διάθεση.
*πολιτικός κοινωνιολόγος, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης
🔺 Το βιβλίο του Γρηγόρη Ιωάννου «Ο Ντενκτάς στον Νότο. Η κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ελληνοκυπριακή πλευρά» θα κυκλοφορήσει μέσα στην άνοιξη από τις εκδόσεις Ψηφίδες.

1. Πολλοί μένουν στην ΠΕΟ για πρακτικούς λόγους, διότι η Τουρκική Συντεχνία είναι αδύνατη και δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά τους. Για μια ομάδα Τουρκοκυπρίων όμως, με ηγέτη τον Ντερβίς Αλί Καβάζογλου, η παραμονή κοντά στο ΑΚΕΛ γίνεται και για ιδεολογικούς λόγους.
2. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η μεγάλη ταξική, πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, η οποία κορυφώθηκε το 1948 και διέσπασε και τα αθλητικά σωματεία οδηγώντας στην ίδρυση της Ομόνοιας Λευκωσίας και άλλων νέων αριστερών ποδοσφαιρικών ομάδων που οργάνωσαν ξεχωριστό πρωτάθλημα μέχρι το 1954, άφησε ανεπηρέαστη την τουρκοκυπριακή κοινότητα, με τις τουρκοκυπριακές ομάδες να παραμένουν στην Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου υπό τον έλεγχο της ελληνοκυπριακής Δεξιάς.
3. Οταν κάποιοι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι του χωριού Κοντεμένος κινήθηκαν προς το μεικτό χωριό Σκυλλούρα για να συνδράμουν τους Ελληνοκυπρίους της Σκυλλούρας έναντι των Τουρκοκυπρίων της Σκυλλούρας, συνελήφθηκαν από τη βρετανική αστυνομία, μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία και αργότερα αφέθηκαν να επιστρέψουν στον Κοντεμένο πεζοί. Στον κάμπο του τουρκοκυπριακού χωριού Κιόνελι δέχτηκαν δολοφονική επίθεση από Τουρκοκυπρίους.

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2019

Ο Ντενκτάς στον νότο: Η κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ελληνοκυπριακή πλευρά


τα περιεχόμενα του βιβλίου μου που βρίσκεται τώρα σε διαδικασία έκδοσης από τον εκδοτικό οίκο Ψηφίδες στη Θεσσαλονίκη. αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Απρίλη

Στη μνήμη του Κωστή Αχνιώτη
  
Περιεχόμενα


Ευχαριστίες.....................................................................................................................
Πρόλογος της «Κυπρολογικής σειράς: Ρότσος»…………………………………………………………
Προλογικό Σημείωμα: Αλέξης Ηρακλείδης………………………………………………………………….

Εισαγωγή: ιστορία, ανάγκη και επιλογές………………………………

Κεφάλαιο 1: Από τους εθνικισμούς στη διχοτόμηση 1950-1975………………………………..
Η ανάπτυξη των εθνικισμών
Οι διακοινοτικές συγκρούσεις
Η διχοτόμηση

Κεφάλαιο 2: Ο διαχωρισμός ως βιωμένη πραγματικότητα, ως υπόσχεση και ως ταμπού 1975-2003……………………………………………………………………………………………………
Μνήμες αναπαραστάσεις και αφηγήματα
Υλικές συνθήκες και βιώματα
Ο μύθος που γίνεται συνήθεια

Κεφάλαιο 3: Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και η ανολοκλήρωτη προοπτική.................
Η ρωγμή στο τείχος
Η εισβολή της πραγματικότητας
Η ανολοκλήρωτη προοπτική

Κεφάλαιο 4: Το δημοψήφισμα του 2004 και το τέλος της αθωότητας ……….......................
Το Σχέδιο Ανάν και το τέλος του μύθου
Το τ/κ Ναι και το ε/κ Όχι: δομικοί και συγκυριακές παράμετροι
Οι συνέπειες του ε/κ Όχι και οι νέες ισορροπίες

Κεφάλαιο 5: Η δεκαετής μάχη μεταξύ ομοσπονδίας και διχοτόμησης 2007-2017………
Η συγκρότηση των ομοσπονδιακών και αντι-ομοσπονδιακών στρατοπέδων βόρεια και νότια
Οι συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ του 2009 και το άνοιγμα Ακιντζί το 2016
Η περίοδος Ερτογάν στην Τουρκία και οι μεταβολές στην τ/κ κοινότητα
Η ανάδυση και η εδραίωση της διχοτόμησης ως ε/κ επιλογή

Κεφάλαιο 6: Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, τα ΜΜΕ και το βαθύ κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας της έκτακτης ανάγκης……………………………………………………………………………………..
Η αποτυχημένη απόπειρα μεταρρύθμισης και η διατήρηση του ελληνοκεντρισμού στην ε/κ παιδεία
Τα ΜΜΕ, ο δημόσιος λόγος και η κυρίαρχη ρητορική στην ε/κ κοινότητα
Τα πανεπιστήμια ως βιομηχανία και ως κοινοτικά ιδρύματα

Κεφάλαιο 7: Οι μετατοπίσεις στην ε/κ αστική τάξη και οι ισορροπίες στην ε/κ κοινότητα………………………………………………………………………………………………
Αριστερές προσεγγίσεις
Η οικονομία της Κυπριακής Δημοκρατίας και η κρίση
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι υδρογονάνθρακες και η συμμαχία με το Ισραήλ
Η γραμμή «στάτους κβο με κάθε κόστος» και «όποια διχοτόμηση όταν έρθει η ώρα»
Οι επανενωτικές δυνάμεις σήμερα

Επίλογος: ιστορία, ευθύνη και μέλλον………………………………………………

Βιβλιογραφικές αναφορές.........................................................................................................

Επεξηγηματικό Γλωσσάρι...........................................................................................................




Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Old conflict still asleep


Gregoris Ioannou, interview by Maria Skora for “Political Critique: magazine of politics and culture”


“Well, I hope war doesn’t happen
The Cyprus dispute: a latent conflict within the EU

Cyprus, an island visited by approximately two millions of tourist a year. Enjoying  its Mediterranean climate, little does one realize how tragic its history is, marked with occupation and violence: first under Ottoman rule, then as a British Crown Colony, and finally when in a domestic conflict neighbours turned agains each other. This dramatic past is still reflected in the present. It’s fair to say that the ongoing division between the Republic of Cyprus and The Turkish Republic of Northern Cyprus, a quasi-state without international recognition, is a conflict actually going on within the European Union, of which many forgot or even are unaware of. In a broader perspective, the Cyprus dispute shows at glance how an intersection of big geopolitics, nationalism, and persisting physical division can scar a society.

Before we start talking about the future, let’s briefly look back. How exactly did it happen that today Cyprus remains a divided country and formally remains in the state of conflict?
The division of Cyprus has its roots in the late colonial period. It was a British Crown colony till 1960, and it was in the context of the anti-colonial movement the Greek Cypriot community came into clash with the Turkish Cypriots. It was a gradual process through the first half of the 20th Century whereby the two communities in Cyprus were ethnized initially based on religion and adopted separate national identities. They started to perceive themselves as exclusive of each other - the Christian-Orthodox population, which also was the majority, imagined itself as part of the Greek nation and so were the Muslim Cypriots, imagining themselves as Turks, part of the Turkish nation. In the 1950s it culminated when the Greek Cypriot leadership attempted to unite with Greece, what the Turkish Cypriots opposed and responded with the demand that the island should be divided. In 1958, when the British decided to leave and started negotiating transition, violence escalated and spread from the paramilitaries to the population as well. Eventually, due to an agreement met by Greece and Turkey, an independent state was launched, a sort of consociational republic, with bi-communal representation for all positions of power, a Greek Cypriot president and Turkish Cypriot vice president, for example. The British retained two sovereign military bases and left leaving a bi-communal system based on political equality that needed consent to operate. Nevertheless, it is important to mention that neither of the leaderships of both communities believed in a bi-communal united Cyprus and instead saw the Republic of Cyprus as a stepping stone towards their national aims - Enosis, a complete union with Greece or Taksim, a permanent partition of the island, for the Turkish Cypriots. There was mistrust, unwillingness to abide by the constitution, violence erupted again, and by 1963 the bi-communal state collapsed, Greek Cypriots took control of the state and Turkish Cypriots withdrew in enclaves.

To what extent geopolitical factors contributed to this status quo?
It’s important to keep in mind that even though the conflict was fueled by nationalisms of the two communities, Cyprus was a high stake in a bigger geopolitical game. We need to see the domestic issue with a relation to a broader competition between Greece and Turkey for influence in the eastern Mediterranean. Turkey opposed the possibility of Cyprus being annexed by Greece for many reasons, security being one of them. Cyprus was considered to be, more or less, in the western sphere of NATO influence. In 1959, when the independent Republic of Cyprus was proclaimed, it did not become a NATO member. The international agreement forming the balance of power at the moment of establishing independent Cyprus was guaranteed by three NATO members: Greece, Turkey and Britain, not NATO itself. So there was a relative balance between Turkey and Greece, but it was disrupted in 1963. Then, only in 1974, a new equilibrium was restored.

And how much the Cold War, if at all, influenced this process?
The Cold War has marked the Cyprus problem, too. Once the violence started in the mid-1960s and the state collapsed, the United States revised its position. Rather than supporting an independent, bi-communal republic as it was in the basic agreement, they reckoned it would be better to have the island co-ruled by Greece and Turkey, both NATO members. This was what framed the decade between 1964 and 1974, when the Republic was effectively left in the Greek Cypriot hands, under the leadership of president Makarios, also an archbishop. Makarios, to avoid the American preference for increased role of Greece and Turkey in Cyprus, opted for the Non-Aligned Movement and closer relations with the Eastern Block. He was of course not left wing as he was a bishop, but he developed this policy to prevent dividing the country between Greece and Turkey. In 1974, when the Greek junta was trying to dictate policies to Makarios and overthrow him, five days after the coup d’etat, the Turkish army invaded the island and sealed its partition.

So what is Cyprus today? Do nationalisms of those patron countries still persist or a genuine Cypriot identity has developed meanwhile?
1974 was a big thing as it completed the process of partition. It was also significant regarding the ideologies and the building of identity. The Greek Cypriots felt betrayed by Greece in 1974 and Enosis, the idea of unification with Greece, was seen as something that could only bring disaster. Claiming the union with Greece was fully discredited, and Greek Cypriot nationalism shifted from the idea of Enosis to the idea of an independent Greek Cypriot state, marginalising the Turkish Cypriot community and treating it as a political minority. This was a gradual process under way since the late 1950s, prominent in the period 1964-1974, and entrenched thereafter.

And the Turkish counterpart?
Among Turkish Cypriots, there was a similar trend taking even one step further in the recent years. Turkish Cypriots initially welcomed the Turkish intervention because as a smaller community they felt threatened by the bigger Greek community. However gradually, over the years as the conflict froze, the Turkish Cypriots found themselves isolated because as a non-recognized state they don’t have any proper diplomatic relations. So when the Greek-Cypriot controlled Republic of Cyprus applied for the EU-membership, the Turkish Cypriots saw it as an opportunity to finally overcome isolation through unification based on a federal bi-communal model. The beginning of 21st century, years 2000-2004, were the time of mass mobilisation against the traditional nationalist leadership and its project of divided Cyprus. Majority supported the unification. But when negotiations proceeded and eventually a peace plan was proposed by the UN, the Greek Cypriots rejected the deal in a referendum.

Why?!
I could think of four main reasons. One is the idea that Cyprus is essentially Greek and this peace plan was not accommodating that view, allowing for political equality and power-sharing with Turkish Cypriots. The second would be the fear of Turkey itself, and its possible influence on Cyprus. Then, there are conjunctional reasons: economics and the EU. When it comes to the economy, southern Cyprus was booming and hence the fear of having to pay the costs of unification. The EU factor is more interesting as the EU membership was seen in mythical terms – that the Greek Cypriots would increase their leverage in the negotiations and expel Turkey from the island, together with the 1960 constitution.

But then is Greek and/or Turkish influence still tangible in Cyprus? Are Greece and Turkey still trying to intervene in this conflict?
This is a good question. After 1974 the influence of Greece declined, however, it has not evaporated. Cyprus is not a protectorate, but it is neither fully independent. For example, the Greek state appoints the head of the army of the Republic of Cyprus. The Greek flag is everywhere, education systems are very connected. The foreign policy of the Republic of Cyprus is nominally independent but never complete without the policy of Greece. So there is a connection. The ongoing division legitimises the belief that having Turkey so close cannot be dealt away without the backing of Greece. In the post-1974 reality, Turkey influences the north directly, and Greece has some indirect influence in the south.

But as a non-recognized state, northern Cyprus must be far more dependent on Turkey than the Republic on Greece?
Regarding northern Cyprus, in Turkish imaginary, there was this idea of it as a place of the Turkish army who fought the war for this land and therefore had political control over the Turkish Cypriot leadership. However, with Erdogan, it has changed. First of all, he is interested in the reunification of Cyprus. He does not see Cyprus as a national issue like the military Kemalists did. Erdogan sees Cyprus in diplomatic terms, as part of his relations with the west. Once he came to power, the reunification of Cyprus became really possible. Erdogan is of course not the same today as Erdogan back then - he was more moderate before taking on the authoritarian route. However, his policy on Cyprus has not changed. He does not seem interested in maintaining the status quo. He sees the situation as creating unnecessary problems for Turkey. Nevertheless, with Erdogan the direct influence of Turkey in northern Cyprus has expanded, not in the old way of Kemalist style: population, settlers, army. Now Turkish capital is flowing massively into northern Cyprus, infrastructure is being built, workers are arriving. Northern Cyprus has actually transformed more in the last decade than ever before. Furthermore, Islamic networks try to intervene in the cultural dimension. Remember that Turkish Cypriots are the most secular Muslims in the world.

So it’s been nearly 45 years of ongoing conflict: physical existence of the division and constant presence of the military. I imagine the past traumas must have an impact on society. How does the division of Cyprus influence Greek- Cypriot and Turkish-Cypriot communities? How has the division affected the attitudes among both societies in the long term?
I think the conflict has had a significant impact on society. The traumas inflicted in the decade between 1964 and 1974 as well as the actual invasion of 1974 have not been healed. They are cultivated and reproduced by the power structures in both communities. It is essential to understand that even though since 1974 the conflict is frozen, it sustains modes of thinking. You need to see that in relation with the education system: because of the conflict the education system is overtly nationalist, trying to prepare children to be able to fight for their country and as male citizens to go serve in the army (which is obligatory in both sides). And it is not only two years that you serve in the military, then you go to the reserve and every couple of months you go to one-day training. Be ready for war when it comes! On the social level, the existence of the conflict also results in suppressing a series of other issues and dominating the political scene. Other issues that could be important are being brushed aside: we don’t have time for LGBTQ rights, because we have a war going on. We don’t have time for class conflict because we have an enemy at our door and need to be united. It is restricting the society and confining political debates.

It is interesting you mention drafting only male citizens and the constant alert to defend the fatherland. Here, in these patriarchal structures, one could see parallels with Eastern Europe which also has a history of fights for independence, what definitely influenced the gender contract and understanding of male and female roles as citizens. Am I right?
Yes, the Cypriot society is quite patriarchal. Also, during the conflict sexual violence was used as a weapon of war by paramilitary on both sides and these are again not processed traumas. Today, women don’t have to serve in the army, no Israeli concept is in place here, but they have to attend the civil defence. It’s based on the idea that men fight and women support them.

Ok, but what are the positions of the main political actors in northern Cyprus and in the Republic of Cyprus then? What is the position of the Greek-Cypriot left? Is cooperation with the Turkish-Cypriot left possible?
The Greek Cypriot left was the only political force in the Greek Cypriot community that maintained contact with the Turkish Cypriot community and was more oriented towards peace rapprochement. There is a connection because of the internationalist ideology as well as the idea of prioritising “Cypriotness”, whereas the Greek Cypriot right-wing was more nationalist, more Greek-centered and less willing to engage with other Cypriots and compromise with them. However, there are peculiarities in the Greek Cypriot political scene. The major right-wing party, member of the EPP and in government now, has a liberal and a right-wing faction, which is much more dominant. The liberal-oriented politicians have proven to be too week to influence the policy, and in the last round of the negotiations, although progress was made, we still didn’t come to the agreement, because there was not enough political will in the ruling party to push towards an agreement with Turkish Cypriot leadership.

And what about the Turkish Cypriot politics?
Two left-wing parties have been supporting the compromise. In northern Cyprus, there is a different political system, a parliamentary one, whereas in the Greek Cyprus it’s presidential. In the parliament in the north a coalition of left-wing and liberal parties was formed but the president, who is solely responsible for negotiations, is a traditional Cypriot peace-oriented leader. There were big hopes when he came to power and hence the collapse of the talks in Switzerland in 2017 was a big disappointment.

So what are the possible scenarios for Cyprus?
I don’t see too many scenarios, only two are possible basically. One is launching a bi-communal, bi-zonal federation, what has been negotiated for so many decades now. In my view, this would be an ideal scenario because it would allow the conflict to end. I don’t see that scenario happening in the next years, though. The left is the only actor fully committed to reunification through federation. On both sides, that has not changed. What has changed is the power of the left. The left in both the north and the south is weakened, it’s a global trend. The left could start the unification - but it’s not strong enough to enforce it. In theory, of course, all parties want to see Cyprus united - but then it comes to the compromises that would have to be made, it’s only the left that is sincere.

What are other hurdles on the way to unification? Are there obstructions on the way still resulting from geopolitical factors?
There are many hurdles. One is that a substantial part of the population on both sides, but probably more prominent in the Greek Cypriot community, is opposed to any model of power sharing. There also is the issue of geopolitical tensions and resources: access to natural gas made this competition even fiercer. The attempts of Israel to form a new alliance with Greece and the Republic of Cyprus won’t be conducive for reaching a peace agreement either. So if there is no peace agreement the only option is the status quo, continuing the situation as it is, although not viable. But there is another scenario, even more far-fetched: an agreement that the two sides cannot live together anymore and therefore they should divide Cyprus permanently. Negotiations on this issue are really considered today. So far, issues of property, territory, exclusive economic zones are not seen as important because it's assumed that after all there will be a united federal state someday. But it makes a huge difference when you negotiate borders of two sovereign states. And then, on top of that, the question of natural gas emerges. In the unifying scenario, the gas belongs to the whole island, but with two states there are two different economic zones. And this has to be negotiated. Last but not least, there is a question of political legitimacy - who has the right to actually sign the agreement on behalf of Cyprus? Negotiating partition, even if in recent years it has been more heard of in the public sphere, will never gather a majority, I think.

Isn’t permanent secession also not favourable because of the European Union? Sort of an adverse situation with Brexit dispute between the UK and Scotland and the necessity of renewing the membership when launching a new state entity.
Exactly. Cyprus was accepted in the EU as a whole. The Greek Cypriots are temporarily governing the Republic pending the solution to Cyprus problem. This is the official legal situation. Potential partition would be a mess: legal, political, might even bring violence. So I don’t think it will be pushed through. Maybe in 10, 20 years things will be different, but now I don’t see this scenario of partition happening.

So if living together is so difficult but breaking up is not an option - what will happen?
Well, I hope war doesn’t happen. Continuing this frozen conflict is the most likely scenario, with different developments happening, decided by Turkey effectively. There is, for example, Varosha, a “ghost town” as no one was allowed to settle in there after 1974. The Turkish military keeps it as a sort of bargaining tool. Now there are rumours that Turkey might actually open it up for Greek Cypriots to come and live as residents in northern Cyprus. Things can happen on the ground, like there could be direct trade with north Cyprus. So far, the Greek Cypriot side blocks it claiming it is an illegal territory. There are even no direct flights to northern Cyprus. Living in a non-recognized state means that one has contact with the outside world only through Turkey. And there have been rumours in the last year that at some point Turkey might decide to annex the north of the island, like Russia annexed Crimea. That’s still a possibility, a far-fetched scenario but it has been already publicly discussed.

So what would you wish for the people of Cyprus in 2019?
I wish that the inter-communal contacts increase as I believe it’s the only thing that can save Cyprus in the future. Whatever happens at the level of leadership and politics, if social contacts between people continue to exist and strong relationships are built across the border it can be a step towards peace.

Gregoris Ioannou is a political sociologist and an Associate Researcher at the University of Glasgow. He has co-edited a book volume on populism and the radical left in Europe and authored a monograph on the partition of Cyprus both forthcoming in 2019. He also participated for many years in the bi-communal peace movement in Cyprus.